φειδομένως

φειδομένως
скупо, бережливо.

Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета). 2014.

Смотреть что такое "φειδομένως" в других словарях:

  • φειδομένως — φείδομαι spare pres part mp masc acc pl (doric) φειδομένως sparingly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδομένως — ΜΑ επίρρ. με φειδώ, φειδωλά. [ΕΤΥΜΟΛ. < φειδόμενος, μτχ. ενεστ. τού ρ. φείδομαι + επίρρμ. κατάλ. ως] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»